Αρχική Χάρτης Πλοήγησης Αναζήτηση
 
,

 
“ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ” Η Ελλάδα έχει εναποθέσει σημαντικό μέρος των ελπίδων για την ευημερία και την ανάπτυξή της στον τουρισμό, σ’ αυτή τη σύγχρονη βαριά βιομηχανία της φιλοξενίας και της παροχής υπηρεσιών, γι’ αυτό και το μέλλον του είναι κρίσιμο για την πορεία της οικονομίας μας. Από την άλλη πλευρά όμως γίνεται όλο και περισσότερο συνείδηση, ότι το κυρίαρχο μοντέλο στο οποίο βασίστηκε ο προσανατολισμός και η διάρθρωση των παραγωγικών δραστηριοτήτων σ’ αυτό τον σημαντικό τομέα, χρειάζεται σήμερα επαναπροσδιορισμό. Η κύρια αιτία του προβλήματος εντοπίζεται στο γεγονός ότι η αναπτυξιακή διαδικασία βασίστηκε αποκλειστικά και μόνο στην προσπάθεια προσέλκυσης ενός μαζικού τουριστικού ρεύματος. Σήμερα όμως, όταν καινούργιοι φτηνοί τουριστικοί προορισμοί απειλούν να αποσπάσουν μεγάλο μερίδιο της δικής μας αγοράς και η παγκοσμιοποίηση διαμορφώνει ένα καινούργιο τοπίο εξοντωτικού ανταγωνισμού, είναι πια επιτακτική ανάγκη να προβληματιστούμε, να μετρήσουμε τα επιτεύγματά μας, να κατανοήσουμε τα λάθη μας, να διδαχτούμε από τις αποτυχίες μας και να διαμορφώσουμε, με νέους αυστηρούς κανόνες, ένα καινούργιο πλαίσιο στρατηγικής για την τουριστική ανάπτυξη, προσαρμοσμένο στις δυνατότητες και τη ιδιαίτερη φυσιογνωμία της χώρας μας. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή: Η φύση και η ιστορία προίκισαν πλουσιοπάροχα την Ελλάδα και την έκαναν ιδανικό προορισμό, όταν στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ξεκινούσαν οι πρώτες περιορισμένες απόπειρες για την οργανωμένη τουριστική ανάπτυξη. Εκπληκτικά τοπία, καθαρές θάλασσες, εξαιρετικό κλίμα, ηλιοφάνεια, παράδοση στη φιλοξενία, ξεχωριστά ήθη και έθιμα, ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής αξίας οικισμοί διαμορφωμένοι στη διάρκεια των αιώνων. Ο τουρισμός, μια καινούργια μαζική ανθρώπινη δραστηριότητα πρόβαλλε σαν ανάγκη των αναπτυσσόμενων κοινωνιών, που ξεπερνούσαν τα τραύματα του τελευταίου πολέμου -ενώ εμείς ξεπερνούσαμε επιπροσθέτως τα δικά μας του εμφυλίου- και αναζητούσαν νέους τρόπους αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου. Μια δραστηριότητα, με πρόγονο την περιήγηση, μια πανάρχαια παράδοση βασισμένη στην ανθρώπινη περιέργεια και στην ανάγκη γνωριμίας της φύσης και του πολιτισμού των άλλων, έξω και πέρα από στενά σύνορα. Με την τουριστική έκρηξη των δεκαετιών του 70 και του 80, υιοθετήθηκε από την εγχώρια τουριστική βιομηχανία το μοντέλο του μαζικού τουρισμού, που οδήγησε στην τυποποίηση όχι μόνο των υπηρεσιών αλλά και των αισθητικών προτύπων που προβάλλονταν ως αξίες και στοιχεία της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας μας. Στοιχεία της παράδοσης και του πολιτισμού μας οδηγήθηκαν περίπου σε τυποποίηση και υιοθετήθηκαν από την αναδυόμενη τουριστική βιομηχανία ως αυθεντικά σχήματα. Οι πραγματικές όμως πολιτιστικές αξίες μ’ όλο το βάθος και την καταγωγή τους, στρεβλώθηκαν κι απώλεσαν την αυθεντική και αξεπέραστη δυναμική τους. Το ελληνικό τοπίο πλημμύρισε παράταιρα και χωρίς καταγωγή κτίσματα, που φύτρωσαν βιαστικά για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της στιγμής από το συνεχές αυξανόμενο ρεύμα των επισκεπτών. Οικισμοί που δημιουργήθηκαν από τη σοφία του χρόνου και την οικονομία του λαϊκού αρχιτέκτονα, αλλοιώθηκαν ή περίπου καταστράφηκαν μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Η ισοπέδωση ολοκληρώθηκε από την ανάπτυξη μιας ολόκληρης βιοτεχνίας κατασκευής και επιβολής ομοιότυπων ενθυμίων φτηνού συνήθως γούστου, που τυποποίησαν την εικόνα της αγοράς ολόκληρων πόλεων. Όλα αυτά τα φαινόμενα δεν προέκυψαν βέβαια από μόνα τους. Οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στην τουριστική πολιτική την οποία υιοθέτησε το επίσημο κράτος, η μάλλον στην απουσία της. Δυστυχώς, το ελληνικό κράτος, από το 1960 και μετά, λειτούργησε εγκληματικά και επέτρεψε να επικρατήσει «η ανάπτυξη» της μπουλντόζας. Νεοκλασικές πόλεις και οικισμοί, εξαιρετικής ομορφιάς καθώς και οικιστικά σύνολα σπουδαίας λαϊκής αρχιτεκτονικής, ισοπεδώθηκαν κατεδαφιζόμενα μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Ό,τι ωραιότερο οικιστικά και πολεοδομικά δημιούργησε το μυαλό και το χέρι των Ελλήνων τους τελευταίους αιώνες άρκεσε μια εικοσαετία, το διάστημα από το1955 ως το 1975 για να απαξιωθεί και να το εξαφανιστεί. Στη θέση τους στήθηκαν νέες άμορφες πόλεις και συνοικίες με καινούργια κτήρια της λεγόμενης «μοντέρνας αρχιτεκτονικής», που βεβαίως μόνο μοντέρνα δεν ήταν. Δεν υπάρχει πιο άμεση και πιο σημαντική αναφορά της ιστορικής πορείας ενός έθνους απ΄ αυτήν που καταγράφεται μέσω της αρχιτεκτονικής ιστορίας ενός τόπου. Το επίπεδο των πολιτικών πρωτοβουλιών και δράσεων σε Δύση και Ανατολή αμέσως μετά τον πόλεμο ήταν τέτοιες, ώστε μισοκατεστραμμένες από τους βομβαρδισμούς πόλεις -από την Ιταλία έως την Ουγγαρία και την Πολωνία- ανακατασκευάστηκαν όπως ήταν πριν τους βομβαρδισμούς, γιατί οι πολιτικές ηγεσίες των χωρών αυτών διέθεταν και παιδεία αλλά και διορατικότητα. Στην Ελλάδα όχι μόνο δεν πράξαμε κάτι ανάλογο αλλά ακόμα χειρότερα καταστρέψαμε και ό,τι είχε απομείνει μετά τον πόλεμο. Η ανάπτυξη του τουρισμού στην Ελλάδα εξελίχθηκε δυστυχώς –από τη δεκαετία του ’50 ως τις μέρες μας- χωρίς ένα συνολικό αλλά και επιμέρους χωροταξικό σχεδιασμό και σε πολλές περιπτώσεις δημιούργησε καταστρεπτικές παρενέργειες στο φυσικό, περιβαλλοντικό και πολιτιστικό υπέδαφος στο οποίο θα έπρεπε να στηρίζονται τα θεμέλια του. Χάθηκε έτσι το σημείο της ιστορικής μας αναφοράς σε αντίθεση με αυτό που συνέβη στα Ευρωπαϊκά κράτη τα οποία, στις διατηρημένες πόλεις και τους ιστορικούς οικισμούς τους βασίζουν κατά κύριο λόγο τη διευρυμένη τουριστική περίοδο των δώδεκα μηνών και τη μελλοντική τουριστική τους προοπτική. Το φαινόμενο αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας, στην αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων, καθώς και στην ανασφάλεια των νεοελλήνων μπροστά στο ολοένα μεταβαλλόμενο μετεμφυλιακό κοινωνικό τοπίο. Η ανάγκη για διαρκή προσαρμογή και επιβίωση σε μια κοινωνία ολοένα και πιο ανταγωνιστική, έθεσε σε δεύτερη μοίρα την αισθητική μας παράδοση. Η αστυφιλία και η μετεγκατάσταση σε αστικά κέντρα, μετέβαλε την περιφέρεια από χώρο ζωής σε χώρο νοσταλγίας. Η πολιτική της «οριζοντίου ιδιοκτησίας» του 50-65, χώρεσε τους νέους πληθυσμούς στην υδροκέφαλη πρωτεύουσα, αλλοίωσε όμως ανεπανόρθωτα το αστικό και φυσικό περιβάλλον της και μας κατέστησε ανεκτικούς και άβουλους θεατές της ασχήμιας που διαμορφωνόταν γύρω μας. Ο τουρισμός στην συνέχεια δημιούργησε μιαν άλλη βαθιά κοινωνική αλλαγή, μετασχηματίζοντας τόπους αγροτικούς ή ναυτικούς σε χώρους παροχής υπηρεσιών. Η εν αρχή οικονομική ευμάρεια άμβλυνε ακόμα περισσότερο το αισθητήριο μας και μετασχημάτισε τη σχέση μας με το περιβάλλον ως αποτέλεσμα της κοινωνικής ανόδου των μεσαίων στρωμάτων. Η ανασφάλεια έχει αντικατασταθεί πια με το δικαίωμα συμμετοχής στην απόλαυση των αγαθών και τη βιασύνη που αυτό συνεπάγεται. Μια βιασύνη που με ορμή γεμίζει τη χώρα με παραθεριστικές κατοικίες αμφίβολης αισθητικής αξίας, αταίριαστες στο περιβάλλον, που καταλαμβάνουν ραγδαία τον τελευταίο ελεύθερο χώρο κάθε γόνιμου περιαστικού και παράκτιου τοπίου. Αναρωτιέται εύλογα κανείς ποιο θα είναι το τουριστικό προϊόν που θα προσφέρεται σ’ ένα τόπο οικοπεδοποιημένο και βέβαια τι επιπέδου τουρισμό θα δέχεται στο άμεσο μέλλον ο τόπος αυτός, αφού αν εξακολουθήσουν οι σημερινοί ρυθμοί οικοδόμησης είναι απόλυτα βέβαιο ότι η ποιοτική τουριστική προοπτική του θ΄ ακυρωθεί και μάλιστα πολύ σύντομα. Όμως η επιβολή του μοντέλου του μαζικού τουρισμού είχε -εκτός από τις περιβαλλοντικές- και σοβαρές πολιτιστικές επιπτώσεις. Η Ελλάδα είναι μια χώρα προικισμένη από την Ιστορία, κατάσπαρτη με μοναδικές αρχαιότητες, προϊστορικές, κλασικές μεσαιωνικές, βυζαντινές και νεώτερες. Η σπάνια αυτή δημιουργία υπήρξε και παραμένει το θεμέλιο του τουρισμού μας, σε συνδυασμό με την εξ ίσου γενναιόδωρη προίκα που επιφύλαξε για τον τόπο μας η φύση και ο μεσογειακός της χαρακτήρας. Είναι αδύνατο να φανταστούμε τουριστική δραστηριότητα στη χώρα μας χωρίς τον ήλιο, τις ακρογιαλιές, την καθαρή θάλασσα, το ήπιο κλίμα. Άλλο τόσο δεν μπορούμε να διανοηθούμε τον ελληνικό τουρισμό χωρίς την Ακρόπολη, του Δελφούς, την Επίδαυρο, την Ολυμπία, την Κνωσό, τα μεγάλα αρχαιολογικά μουσεία, με δυο λέξεις τη μεγάλη πολιτιστική μας κληρονομιά, το σύνολο δηλαδή των πολιτιστικών αγαθών που μας παρέδωσε ο χρόνος, το οποίο συγκεφαλαιώνει τις καταθέσεις της Ιστορίας στην τράπεζα του χρόνου. Ένα πολύτιμο κοινό κτήμα, που κάθε γενιά καλείται να προστατέψει, να αξιοποιήσει με μέτρο και να επαυξήσει μέσα στα περιορισμένα όρια της ανθρώπινης ζωής, όχι ως ιδιοκτήτης αλλά ως θεματοφύλακας. Πιστεύω ότι, σε γενικές γραμμές, η πολιτιστική μας κληρονομιά έπαιξε μεν ρόλο αναντικατάστατο στην τουριστική ανάπτυξη των περασμένων δεκαετιών, χρησιμοποιήθηκε όμως από την εγχώρια βιομηχανία τουρισμού περισσότερο ως προϊόν, παρά ως αυθύπαρκτη διαχρονική αξία. Το αποτέλεσμα είναι οι περισσότεροι επισκέπτες της χώρας μας να γνωρίζουν μόνο επιδερμικά κάποια στοιχεία ελληνικού πολιτισμού που προσφέρονται ως μέρος των τουριστικών πακέτων ή κατέχουν εμβληματικό χαρακτήρα στις διαφημιστικές καμπάνιες και να αγνοούν την πληθώρα των εξαίσιων μνημείων – ιδίως των βυζαντινών και των νεώτερων- την αυθεντική μουσική μας παράδοση, τη σύγχρονη ελληνική καλλιτεχνική παραγωγή αλλά και την ιστορία, τον τρόπο ζωής, την οικονομία, τα προϊόντα, τα ήθη και τα έθιμα της χώρας, όπως διαμορφώθηκαν μέσα στο χρόνο. Δυστυχώς, ο τουρισμός που δημιουργήσαμε δεν τα χρειάζεται καθόλου όλα αυτά, γιατί ξεπερνούν το μέσο γούστο και γιατί χαλούν τη βολική όσο και υπεραπλουστευμένη εικόνα της Ελλάδας την οποία έχει μάθει να «πουλά». Η νοοτροπία αυτή, απόρροια της ισοπεδωτικής τουριστικής λογικής, εγκλώβισε και τελικά ενσωμάτωσε την πολιτιστική κληρονομιά στην τουριστική μας βιτρίνα, αφυδατώνοντας τις αξίες που εκπροσωπεί και μετατρέποντάς την σε απλό αξιοπερίεργο. Από την άλλη πλευρά, ο τρόπος που ο τουρισμός χρησιμοποιεί τον πολιτισμό μας, είχε και μια ιδιαίτερα αρνητική επίπτωση στον τρόπο που κι εμείς οι ίδιοι ως λαός αντιλαμβανόμαστε την κληρονομιά μας, αφού οδήγησε αναπόφευκτα πολλούς Έλληνες να θεωρούν ότι ο πολιτιστικός μας πλούτος προσφέρεται όχι τόσο για προβολή, κατανόηση και ανάδειξη, όσο κυρίως για εκμετάλλευση. Η στρέβλωση αυτή μας οδήγησε στην υποσυνείδητη παραδοχή ότι το πολύτιμο απόθεμα της ιστορίας μας δεν είναι πρωτίστως αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής και της φυσιογνωμίας μας, όσο ότι μάλλον αποτελεί σημαντικό στοιχείο της οικονομικής διαδικασίας. Η αντίληψη αυτή διαβρώνει δυστυχώς τη σχέση μας με την ίδια την κληρονομιά μας κι αν δεν την πολεμήσουμε έγκαιρα, κινδυνεύουμε κάποια στιγμή να χάσουμε ακόμα και το μίτο της καταγωγής μας. Δεν έχω την πρόθεση να κινδυνολογήσω, ούτε βέβαια να ισοπεδώσω τα πάντα παραγνωρίζοντας τα αναμφισβήτητα μεγάλα οφέλη που προσκόμισε ο τουρισμός στη Ελλάδα και τους Έλληνες, για πενήντα ολόκληρα χρόνια. Θεωρώ όμως χρέος μου να επισημάνω ότι η τουριστική ανάπτυξη αν πρόσφερε σημαντικό κέρδος είχε και δυσβάστακτο κόστος, εφαρμόστηκε δε μ’ ένα τρόπο που αν δεν αναθεωρηθεί θα ακολουθήσουν αρνητικά χρόνια με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου. «Τι μπορεί να γίνει από δω και πέρα, λοιπόν»; είναι το κρίσιμο ερώτημα και αφορά το μέλλον και το είδος της τουριστικής ανάπτυξης που θέλουμε για τον τόπο, σήμερα μάλιστα που η χώρα μας, ως τουριστικός προορισμός, γνωρίζει μεγάλη ανταγωνιστική πίεση και το μοντέλο του μαζικού τουρισμού δείχνει ότι άγγιξε τα όρια της αντοχής του. Νομίζω πως ήρθε ο καιρός πια να επανεκτιμήσουμε τις ουσιαστικές δυνατότητες που προσφέρουν όλες οι εκφάνσεις της κληρονομιάς μας σ’ ένα νέο τουριστικό πρότυπο που θα σέβεται και θα αξιοποιεί τις διαχρονικές αξίες. Είναι ανάγκη η χώρα μας να σχεδιάσει ένα νέο βιώσιμο, εφικτό και μακρόπνοο μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης πολλών ταχυτήτων, που θα εξασφαλίσει τις μέχρι σήμερα κατακτήσεις και θα αξιοποιήσει την πείρα που αποκτήσαμε και τις υποδομές που έχουμε δημιουργήσει. Το πρότυπο αυτό θα πρέπει να αποβλέπει στην συγκράτηση και την ποιοτική αναβάθμιση του τουριστικού ρεύματος προς στους μεγάλους καθιερωμένους προορισμούς, ενώ παράλληλα θα προβλέπει τη δημιουργία πολλών νέων θελκτικών προορισμών που θα μπορούν να εξυπηρετούν συγκεκριμένα είδη εναλλακτικού τουρισμού, όπως ο θαλάσσιος, ο ορεινός, ο οικολογικός, ο αγροτουρισμός ή ο πολιτιστικός τουρισμός, που θα αξιοποιούν και θα αναδεικνύουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε τόπου. Και στις δυο περιπτώσεις θα πρέπει να επιδιωχθεί η προσέλκυση επισκεπτών υψηλού μορφωτικού και εισοδηματικού επιπέδου και για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος θα πρέπει να δημιουργηθούν βασικές υποδομές στην κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού και βελτίωσης της ποιότητας ζωής στους τουριστικούς προορισμούς. Να βελτιωθούν καθοριστικά οι παρεχόμενες υπηρεσίες και να αναδειχθεί η πολιτιστική μας κληρονομιά, η οποία θα πρέπει να αποκτήσει σύγχρονη έκθεση και παρουσίαση σ’ αυτή τη νέα προσπάθεια. Με δυο λόγια λοιπόν, μιλάμε για μιαν άλλη αντίληψη γύρω από τον τουρισμό που θα βασίζεται στα επιτεύγματα και θα διορθώνει τα λάθη του παρελθόντος, θα προσδιορίζει με σαφήνεια τα ιδιαίτερα πολιτιστικά χαρακτηριστικά και –το πιο σημαντικό- θα είναι προσαρμοσμένη στις νέες ποικίλες περιηγητικές απαιτήσεις που διαμορφώνονται στις μέρες μας. Έφθασε η ώρα για ηπιότερες αλλά πιο βιώσιμες και σταθερές λύσεις που θα προκύψουν από την ανάπτυξη του οργανωμένου εναλλακτικού τουρισμού, δηλαδή του τουρισμού των κινήτρων. Μια στροφή του τουρισμού μας προς αυτή την κατεύθυνση φέρνει πιο κοντά τη χώρα μας στα πρότυπα της Ευρωπαϊκής πολιτικής και την κάνει πιο ελκυστική στην τουριστική αγορά των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία θα πρέπει να προσβλέπουμε. Οι Ευρωπαίοι πολίτες που υπήρξαν η βάση της τουριστικής μας ανάπτυξης και εξακολουθούν να είναι η βάση της τουριστικής προοπτικής μας, ενδιαφέρονται για τον εναλλακτικό τουρισμό ολοένα και περισσότερο και επιλέγουν προορισμούς μικρής κλίμακας με προσφερόμενο ποιοτικό προϊόν που ανταποκρίνονται σε ειδικευμένα τουριστικά ενδιαφέροντα και που αναδεικνύουν και προβάλλουν τα ιδιαίτερα και σπάνια γνωρίσματα κάθε τόπου. Φαίνεται πράγματι, ότι κάτω από τις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης της τουριστικής ανάπτυξης και τη στιγμή που ο ανταγωνισμός εντείνεται, η προβολή του ιδιαίτερου τοπικού χαρακτήρα αναδεικνύεται ως βασική παράμετρος για μια καινούργια συμπληρωματική τουριστική προοπτική γιατί συντείνει στη διατήρηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών, αποτρέπει τις παρενέργειες και τις αλλοιώσεις και εξασφαλίζει διαρκή αναπτυξιακή προοπτική. Αντίθετα, οι περιοχές που χάνουν οριστικά τα χαρακτηριστικά που τις κάνουν ελκυστικές και διαφορετικές, γίνονται ελάχιστα ανταγωνιστικές αφού δεν έχουν να προβάλλουν ιδιαίτερες ποιοτικές αξίες όπως το τοπίο, η τέχνη, η παράδοση, τα ήθη και τα έθιμα, η αρχιτεκτονική μνήμη. Η προοπτική για τον επαναπροσδιορισμό του «τουριστικού μας δόγματος» με την αποδοχή της ανάγκης για μια πιο ήπια όσο και βιώσιμη και προσοδοφόρα ανάπτυξη, απαιτεί προσπάθεια εθνική, ώστε να γίνει συνείδηση πως η ευημερία μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο αν πάψουμε να σπαταλούμε αλόγιστα τους ζωτικούς πόρους του τουρισμού μας, που είναι το περιβάλλον και τα ιδιαιτέρα πολιτιστικά μας χαρακτηριστικά. Η προσπάθεια αυτή απαιτεί στενή συνεργασία του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των φορέων του Τουρισμού και των Πολιτών και για την επιτυχία της έχει ιδιαίτερη σημασία η αφύπνιση και η συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών, γιατί σ’ ένα νέο μοντέλο τουρισμού στη θέση της σημερινής τυποποίησης του προσφερόμενου προϊόντος θα πρέπει να ξεπροβάλλει η δελεαστική ιδιοπροσωπεία κάθε τόπου. Η τουριστική πρόκληση για τα επόμενα χρόνια θα είναι μεγάλη για την χώρα μας και δημιουργεί κάποια εύλογα όσο και κρίσιμα ερωτήματα: Ποιο μερίδιο θα μας αναλογεί - ή μπορούμε να εργασθούμε προκειμένου ν΄ αναλογεί - από την αύξηση του τουριστικού ρεύματος στην Λεκάνη της Μεσογείου, που ως το 2020 –σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Τουρισμού- προβλέπεται ο διπλασιασμός του; Πώς η χώρα μας μέσω συγκεκριμένων πολιτικών θα εξαλείψει τις αρνητικές πλευρές του τουριστικού προϊόντος που προσφέρει, προκειμένου το μερίδιο που μας αναλογεί να είναι κατ΄ αρχήν ποιοτικά υψηλό; Πως θα ανταποκριθεί η Ελλάδα τον τουριστικό ανταγωνισμό που δεν προέρχεται πια μόνο από τις γειτονικές χώρες της Μεσογείου αλλά και από μακρινές αγορές, όπως η Ταϊλάνδη στη μακρινή Ασία; Πως θα συγκρίνουμε τις παραδοσιακές μας αγορές με τους νέους φτηνούς προορισμούς; Η απάντηση είναι μια και μόνη. Μπορούμε να ανταποκριθούμε στις νέες ανάγκες: Με προγραμματισμό δράσης όλων των κοινωνικών ομάδων που εμπλέκονται άμεσα αλλά και έμμεσα με το προσφερόμενο τουριστικό προϊόν. Με την ανάδειξη, μέσω αυστηρών όρων, των πλεονεκτημάτων που η ιστορία και η παράδοση μας παρέχει και με την ανατροπή της αδηφάγου νοοτροπίας της οικοπεδοποίησης του συνόλου σχεδόν της Ελληνικής Επικράτειας. Με την ολοκλήρωση των δρομολογημένων δημόσιων υποδομών αλλά και της επιτάχυνσης των ιδιωτικών που επιβάλλεται να κάνουν πιο γρήγορο το βηματισμό τους. Η πρόκληση είναι μεγάλη και μπορούμε να αντεπεξέλθουμε. Αρκεί να υπάρξει μια μεγάλη και συντονισμένη προσπάθεια για τη νέα τουριστική ανάπτυξη. Αρκεί, όσοι ασχολούνται με τον τουρισμό να κατανοήσουν τι δεν έκαναν καλά μέχρι σήμερα και τι τώρα πρέπει να αλλάξουν. Αρκεί η πολιτεία να αναλάβει τις ιστορικές της ευθύνες.